«Ἐάν κάποιος θυμηθεῖ αὐτόν πού τόν ἔθλιψε ἤ τόν περιφρόνησε ἤ τόν κακολόγησε ἤ τόν έβλαψε, ὀφείλει νά τόν φέρνει στη μνήμη του σάν γιατρό σταλμένο ἀπ’ τόν Χριστό. Καί ἔχει χρέος νά τόν θεωρεῖ εὐεργέτη του.
Διότι τό ὅτι στενοχωρεῖσαι, εἶναι χαρακτηριστικό ἄρρωστης ψυχῆς· ἄν δέν ἤσουν ἄρρωστος, δέν θά σε πείραζε.
Ὁφείλεις να χαίρεσαι μέ τόν ἀδελφό, διότι αὐτός σοῦ φανέρωσε τήν ἀρρώστια σου, καί νά εὔχεσαι γι’ αὐτόν ὡσάν νά πρόκειται γιά ἕνα θεραπευτικό φάρμακο πού σοῦ τό ‘στειλε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
Ἄν ὅμως νιώθεις μίσος γι’ αὐτόν, εἶναι σάν νά λές μέσα σου κατά τοῦ Χριστοῦ: Δέν θέλω νά δεχτῶ τά φάρμακά σου θέλω να σαπίσω μέσα στα τραύματά μου».
Το Μέγα Γεροντικόν
τ. Δ’, σελ. 227, Κεφάλαιο ΙΣΤ´. ἔκδ. Ίερόν Γυν. ‘Ησυχαστήριον «Τό Γενέσιον της Θεοτόκου».
σελ. 227
Leave a Reply